Μια ανέλπιστη εσωτερική διαμάχη σοβεί το τελευταίο διάστημα ανάμεσα στους Αυστραλούς Πράσινους με αφορμή το νομοσχέδιο για τις βιομηχανικές εκπομπές αερίων και ενόψει της συμφωνίας με το Εργατικό κόμμα.

Του Bryan Keogh

«Το περιβαλλοντικό κίνημα πρέπει να οργανωθεί. Υπάρχει επιτακτική ανάγκη για αλλαγή, βάσει ενός νέου μοντέλου, και ο χρόνος εξαντλείται», δήλωσε ο Πράσινος Γερουσιαστής Nick McKim, κατηγορώντας το Αυστραλιανό Ίδρυμα Προστασίας του Περιβάλλοντος (ACF) ότι υπονομεύει τη διαπραγματευτική στρατηγική των Πρασίνων και κατ’ επέκταση το τελικό νομοθετικό αποτέλεσμα.

Τέτοιου είδους διασπάσεις δεν είναι σπάνιες, ιδιαίτερα όταν διαφαίνεται μια χλωμή προοπτική για ουσιαστική βελτίωση της περιβαλλοντικής προστασίας. Γιατί, όμως, διαφωνούν οι Αυστραλοί Πράσινοι ως προς την ανάγκη για μεταρρυθμίσεις; Στα τέλη του 19ου αιώνα, επικεφαλής του εκκολαπτόμενου πράσινου κινήματος ήταν φυσιολάτρες, περιπατητές, λάτρεις της περιπέτειας και βοτανολόγοι διορισμένοι από την κυβέρνηση. Αυτοί πρωτοστάτησαν στις πρώτες εκστρατείες για τη δημιουργία εθνικών πάρκων και την ορθολογική χρήση των φυσικών πόρων.

Με την κλιμάκωση των προβλημάτων της αστικής ρύπανσης τον επόμενο αιώνα, άλλοι μεταρρυθμιστές ξεκίνησαν εκστρατείες για καλύτερες συνθήκες διαβίωσης. Μπορεί να τα έχουμε ξεχάσει τώρα πια, αλλά δεν έχει περάσει πολύς καιρός από τότε που τα μεγάλα ποτάμια της Αυστραλίας ήταν γεμάτα με απόβλητα βυρσοδεψείων και σφαγείων και άλλα επικίνδυνα χημικά κατάλοιπα. Επιδημίες διφθερίτιδας, οστρακιάς και τύφου μάστιζαν τις πόλεις, όπως τη Μελβούρνη και το Σίδνεϊ.

Με την αναπτυξιακή άνοδο που ακολούθησε τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, δημοφιλείς περιβαλλοντικές εκστρατείες επικεντρώθηκαν στη μη βιώσιμη εξόρυξη πόρων ή σε καταστροφικές μορφές ανάπτυξης, όπως η εξόρυξη άμμου στο νησί Stradbroke/Minjeribah και η προτεινόμενη εξόρυξη ουρανίου στο Kakadu. Διαμάχες γύρω από θέματα όπως η σχεδιαζόμενη κατασκευή φράγματος στον παρθένο βιότοπο του ποταμού Φράνκλιν στην Τασμανία ανέδειξαν τους Πράσινους ως πολιτική δύναμη.

Ιστορικά, οι περιβαλλοντολόγοι ανήκαν στην τάξη των επαγγελματιών. Η «κοινωνική βάση» του κινήματος αποτελείται από μορφωμένα άτομα, δικηγόρους, γιατρούς, επιστήμονες, δημόσιους υπάλληλους και δασκάλους. Σήμερα, η περιβαλλοντική εκστρατεία είναι από μόνη της ένα επάγγελμα.

Πολλά όμως μέλη του περιβαλλοντικού κινήματος είναι συντηρητικοί: αφενός θέλουν την προστασία της φύσης και αφετέρου να διατηρήσουν το υφιστάμενο καθεστώς προνομίων. Άλλοι οικολόγοι είναι προοδευτικοί, συνδυάζοντας την περιβαλλοντική ανησυχία με αιτήματα για κοινωνική δικαιοσύνη και συμφιλίωση. Υπήρξαν επίσης προσπάθειες για πράσινο συνδικαλισμό, όπως στη διένεξη για την ανάπτυξη του Σίδνεϊ τη δεκαετία του 1970.

Το πράσινο κίνημα έχει πλέον διχαστεί δύο φορές ως προς την τιμολόγηση του άνθρακα. Το 2009, μια ομάδα που προερχόταν από τις μεγαλύτερες περιβαλλοντικές οργανώσεις της Αυστραλίας, συμπεριλαμβανομένου του ACFA (Australian Conservation Foundation) και του WWF, σχημάτισε έναν συνασπισμό με σκοπό να επηρεάσει την πολιτική της κυβέρνησης του Kevin Rudd (2007-2010) για τη μείωση των ανθρακούχων εκπομπών.

Οι ομάδες αυτές υποστήριξαν το νομοσχέδιο πριν από τη σχετική συζήτηση στη Βουλή, θεωρώντας το μέρος ενός συμβιβασμού. Το κίνημα θα συμφωνούσε να τεθούν χαμηλότεροι στόχοι και λιγότερο αυστηροί κανόνες στην αγορά άνθρακα, με αντάλλαγμα την υιοθέτηση ενός πλαισίου για τη ρύθμιση των εκπομπών άνθρακα. Απ’ ολότελα κάτι ήταν κι αυτό, υποστήριξαν.

Αυτό όμως οδήγησε σε μια βαθιά διάσπαση. Ενώ οι μεγαλύτερες περιβαλλοντικές ομάδες τάχθηκαν υπέρ των κυβερνητικών μεταρρυθμίσεων, μικρότερες οργανώσεις όπως η Greenpeace διαφώνησαν, όπως επίσης το GetUp!, η Australian Youth Climate Coalition, οι Friends of the Earth και άλλοι, που απέρριψαν την προοπτική συμβιβασμού με κάτι που θεωρούσαν ως πολύ χαμηλό στόχο για την από-ανθρακοποίηση και πολύ χαλαρό έλεγχο της αγοράς άνθρακα.

Τότε οι Πράσινοι απέρριψαν το προτεινόμενο σχέδιο ως «χειρότερο και από το τίποτα». Κάτι ανάλογο είδαμε κατά τη συζήτηση για τον μηχανισμό διασφάλισης το 2023. Μια κυβέρνηση Εργατικών, μια πρόταση για μείωση των εκπομπών, αντίδραση της περιβαλλοντικής ομάδας απέναντι στις αδυναμίες του σχεδίου, πιέσεις από το κόμμα των Πρασίνων για περισσότερα μέτρα, και διάσπαση στο εσωτερικό του κινήματος.

Όπως συνέβη και το 2009, ισχυρότερες περιβαλλοντικές ομάδες, όπως η ACF, υιοθέτησαν την ρεαλιστική άποψη «Πάρτε ό,τι μπορείτε να πάρετε». Αυτό οι Πράσινοι το θεώρησαν προδοσία – και ακόμα χειρότερα, ως υπονόμευση της δυνατότητάς τους να διαπραγματευτούν μια καλύτερη συμφωνία. Αλλά υπάρχει και συνέχεια: οι ομάδες που υποστήριξαν τις μεταρρυθμίσεις της αγοράς άνθρακα το 2009 βρίσκονται ανέκαθεν κοντά στο Εργατικό Κόμμα ή και στα δύο μεγάλα κόμματα.

Από την πλευρά τους, οι Πράσινοι ισχυρίζονται ότι τα υψηλά ποσοστά τους τους δίνουν το δικαίωμα να διαπραγματευτούν μια καλύτερη συμφωνία εκ μέρους του περιβαλλοντικού κινήματος.

Στο βιβλίο τους για την ιστορία του περιβαλλοντικού κινήματος της Αυστραλίας, οι Πράσινοι ακτιβιστές Drew Hutton και Libby Connors αποδεικνύουν ότι οι πιο έντονες διαμάχες αφορούν τη βραχυπρόθεσμη και μακροπρόθεσμη στρατηγική και όχι την ιδεολογία ή τις πολιτικές δεσμεύσεις. Αυτό είναι φανερό στη συζήτηση για την τιμή του άνθρακα. Από το 2011, οι πράσινες ομάδες διαβουλεύονται σχετικά με τον σχεδιασμό των μέσων ελέγχου της αγοράς άνθρακα. Αλλά η οικονομική ιδεολογία για την αντιμετώπιση της κλιματικής αλλαγής με τη χρήση μηχανισμών της αγοράς δεν βρίσκεται πάντα στο επίκεντρο των αντιπαραθέσεων μεταξύ των ομάδων. Παρόλο που η ιδεολογία και οι πολιτικές προσεγγίσεις σίγουρα συμβάλλουν στη διαμόρφωση της κατάστασης, οι περισσότεροι οικολόγοι αυτοπροσδιορίζονται ως πραγματιστές που επιζητούν απλώς το καλύτερο αποτέλεσμα για το κλίμα. Σήμερα, το ευρύτερο οικολογικό κίνημα είναι λιγότερο διασπασμένο σχετικά με τις τιμές του άνθρακα, ωστόσο παραμένουν οι εντάσεις μεταξύ διαφόρων ομάδων – όπως μεταξύ του ACF και των Πρασίνων – ως προς τη στρατηγική που πρέπει να ακολουθηθεί.

Το ισχύον μοντέλο του περιβαλλοντικού κινήματος είναι πλουραλιστικό, πράγμα που σημαίνει ότι οι συντηρητικοί και προοδευτικοί ακτιβιστές μπορούν να συνεργαστούν τις περισσότερες φορές, και αποφεύγουν τις εντάσεις εστιάζοντας σε διαφορετικούς τομείς. Όσον αφορά την κλιματική αλλαγή, το περιβαλλοντικό κίνημα ασχολείται με τρεις διαφορετικούς τομείς: διαπραγματεύσεις για την επέκταση των αγορών ανανεώσιμων πηγών ενέργειας, αντίσταση στην χρήση ορυκτών καυσίμων και πολιτική για το κλίμα.

Αλλά όταν εμφανίζεται μια σπάνια ευκαιρία για μεγάλης κλίμακας μεταρρυθμίσεις, αυτές οι διαφορές δεν μπορούν πλέον να αποφευχθούν. Μεγαλύτερες ομάδες, όπως η ACF και οι συνεργάτες τους, ποντάρουν στο να πετύχουν τη βελτίωση του ελέγχου της αγοράς άνθρακα με αργό και σταθερό τρόπο και σε βάθος χρόνου. Αντίθετα, οι Πράσινοι και οι νεότεροι ακτιβιστές προσπαθούν να πιέσουν πολύ για την υιοθέτηση αυστηρών κανόνων μέσω της νομοθεσίας και όχι μέσω απλών ρυθμίσεων που μπορούν να αλλάξουν πιο εύκολα.

Ποια είναι λοιπόν η λύση; Οι ομάδες αυτές συνασπίζονται ή διαφωνούν συνήθως κατά περίπτωση. Αντίθετα, το συνδικαλιστικό κίνημα αντιμετωπίζει τις συχνές ιδεολογικές και προσωπικές διαφορές στο εσωτερικό του σχηματίζοντας συμμαχίες και επιτροπές από ομοϊδεάτες, προκειμένου να επηρεάσει τη δημόσια συζήτηση.  

Εάν οι πράσινες ομάδες διαπραγματευτούν πιο επίσημα και ανοιχτά για τη διαμόρφωση της στρατηγικής, μπορεί να υπάρξει πεδίο για πιο φιλόδοξα σχέδια. Άλλωστε, έχουν πολλά κοινά μεταξύ τους. Όμως πολύ συχνά, κάθε ομάδα παλεύει μόνη της τη στιγμή που θα μπορούσαν να είναι πολύ ισχυρότερες όλες μαζί.

Πηγή: The Conversation

Ο Bryan Keogh είναι αρθρογράφος στον τομέα Οικονομία και Επιχειρήσεις