Με αφορμή την επανέκδοση από τον New Yorker του διάσημου άρθρου του Γουίλιαμ Μακ Κίμπεν του οποίου το πρωτότυπο γράφτηκε τον Σεπτέμβριο του  1989, δημοσιεύουμε εδώ ένα χαρακτηριστικό απόσπασμα.

H φύση είναι υπερβολικά αργή ή έτσι νομίζουμε τουλάχιστον. Κινείται με απίστευτη βραδύτητα από τη μία γεωλογική περίοδο στην άλλη, από την Κάμβρια στη Δεβονική, την Τριασική, την Κρητιδική, το Πλειστόκαινο, ονόματα που ίσως θυμόμαστε αμυδρά από το βιβλίο Βιολογίας του Γυμνασίου. Ήδη από την εποχή του Δαρβίνου, οι φυσιογράφοι υπογράμμιζαν την αδιανόητα μεγάλη διάρκεια αυτής της πορείας. «Τόσο, μα τόσο αργά, έγιναν οι μεγάλες αλλαγές», έγραφε ο John Burroughs το 1912. «Οι λαοί της Ανατολής περιγράφουν μεταφορικά την αιωνιότητα λέγοντας πως όταν τα Ιμαλάια θα έχουν γίνει σκόνη επιτρέποντας σε ένα τούλινο πέπλο να τα χαϊδέψει μια φορά στα χίλια χρόνια, τότε η αιωνιότητα θα έχει μόλις αρχίσει». Λέγεται ότι ο χρόνος της παρουσίας του ανθρώπου επάνω στη Γη αντιστοιχεί σε ένα λεπτό μιας ημέρας, αλλά η τεράστια διάρκεια αυτής της «ημέρας» έχει καρφωθεί στο μυαλό μας. Η εποχή των τριλοβιτών ξεκίνησε πριν από 600 εκατομμύρια χρόνια. Οι δεινόσαυροι έζησαν 150 εκατομμύρια χρόνια. Δεδομένου ότι ακόμη και η διάρκεια ενός εκατομμυρίου χρόνων μας είναι εντελώς ακατανόητη, το συμπέρασμα είναι το εξής: Τίποτα δεν συμβαίνει γρήγορα. Οι αλλαγές απαιτούν αδιανόητα πολύ -«γεωλογικό»- χρόνο.

Η ιδέα του χρόνου είναι κατά βάση παραπλανητική, γιατί ο κόσμος όπως τον γνωρίζουμε, με τον άνθρωπο να βρίσκεται σε κάποιο επίπεδο πολιτισμού, έχει μια ηλικία που μπορούμε να κατανοήσουμε. Οι πρώτες υποτυπώδεις κοινωνίες άρχισαν να σχηματίζονται στα βόρεια της Μεσοποταμίας περίπου πριν από 12.000 χρόνια, δηλαδή πριν από 480 γενιές, με βάση την 25ετία ως διάρκεια κάθε γενιάς. Καθισμένος εδώ στο γραφείο μου, μπορώ να συλλάβω την έννοια των πέντε γενεών πίσω -έχω μάλιστα φωτογραφίες προγόνων μου πριν από τέσσερεις γενιές. Αυτό σημαίνει ότι μπορώ να πάω τη σκέψη μου πίσω στο ένα ενενηκοστό έκτο του διαστήματος που έχει περάσει από την απαρχή του πολιτισμού. Ένας ικανός γενεαλόγος θα μπορούσε εύκολα να με πάει πίσω στο ένα πεντηκοστό του διαστήματος αυτού. Και μπορώ επίσης να αντιληφθώ το πώς ζούσαν οι περισσότεροι από τους προγόνους μου. Το έργο των αρχαιολόγων και διηγήσεις όπως εκείνες της Βίβλου μου δίνουν μια ιδέα για την καθημερινότητα στο παρελθόν τουλάχιστον ως την εποχή των Φαραώ, δηλαδή σχεδόν στα μισά της χρονικής απόστασης που συζητάμε.  Πριν από 320 γενιές, η Ιεριχώ ήταν μια οχυρωμένη πόλη 3.000 ψυχών. Το 320 είναι μεγάλος αριθμός, αλλά όχι αδιανόητα μεγάλος σαν τα 600 εκατομμύρια. Και στη διάρκεια αυτών των 12.000 ετών πολιτισμού ο χρόνος δεν είναι ομοιογενής. Ο κόσμος όπως πραγματικά τον γνωρίζουμε ανάγεται στην εποχή της Αναγέννησης. Ο κόσμος όπως πραγματικά τον γνωρίζουμε ανάγεται στην Βιομηχανική Επανάσταση. Ο κόσμος που αντιλαμβανόμαστε καθαρά χρονολογείται περίπου από το 1945 και μετά.

Με άλλα λόγια, η αίσθηση που έχουμε ότι το μέλλον είναι απεριόριστο, όπως προκύπτει από το φαινομενικά απύθμενο βάθος του παρελθόντος, είναι απατηλή. Πράγματι, η διαδικασία της εξέλιξης με τους αργούς ρυθμούς της χρειάστηκε δισεκατομμύρια χρόνια για να μας δημιουργήσει από τη λάσπη, αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι ο χρόνος σέρνει πάντοτε τόσο βαριά το βήμα του. Σαρωτικές αλλαγές μπορούν αν συμβούν στη διάρκεια μιας ζωής ή μιας δεκαετίας ή ενός έτους. Αποδεχόμαστε την ιδέα ότι οι ήπειροι διολισθαίνουν στη διάρκεια των αιώνων, ή ότι μπορούν να εξαφανιστούν μέσα σε ένα πυρηνικό δευτερόλεπτο. Αντίθετα, ο κανονικός χρόνος μας φαίνεται άτρωτος από τόσο δραματικές αλλαγές. Αλλά δεν είναι. Τις τελευταίες τρεις δεκαετίες, για παράδειγμα, η ποσότητα διοξειδίου του άνθρακα στην ατμόσφαιρα έχει αυξηθεί πάνω από 10%, από περίπου 315 ppm σε 350 ppm. Την τελευταία δεκαετία (Σημ.: Αναφέρεται στη δεκαετία του 1980), μια τεράστια «τρύπα» σχηματίζεται στη στοιβάδα του όζοντος πάνω από τον Νότιο Πόλο κάθε φθινόπωρο, και σύμφωνα με το Ινστιτούτο Worldwatch το ποσοστό των δασών στην Δυτική Γερμανία που έχουν καταστραφεί από την όξινη βροχή έχει αυξηθεί από λιγότερο του 10% σε άνω του 50%. Την προηγούμενη χρονιά, ίσως για πρώτη φορά μετά από τον χειμώνα του λιμού του Πλίμουθ, η Αμερική κατανάλωσε περισσότερα σιτηρά από όσα παρήγαγε.

«Μια καλοκαιρινή ημέρα,» λέει ο Burroughs, «καθώς περπατούσα στον επαρχιακό δρόμο της φάρμας όπου γεννήθηκα, ένα τμήμα του πέτρινου φράχτη λιγότερο από τρία-τέσσερα μέτρα μακριά ξαφνικά κατέρρευσε. Μέσα στη γενική ηρεμία και ακινησία ξαφνιάστηκα… Ήταν το αποτέλεσμα της συσσωρευμένης επίδρασης μισού τουλάχιστον αιώνα στα υλικά του τοίχου. Ένας-δύο κόκκοι άμμου υποχώρησαν από την πίεση ετών και η βαρύτητα έκανε τα υπόλοιπα».

Με τον ίδιο τρόπο που αντιλαμβανόμαστε καθησυχαστικά τον χρόνο ως αδιανόητα μακρύ, έτσι νομίζουμε ότι η γη είναι απέραντη. Παρόλο που με τις διαστημικές πτήσεις έγινε της μόδας να αναπαριστούμε τον πλανήτη ως μια μικρή σφαίρα ζωής και φωτός μέσα στο σκοτεινό και κρύο κενό, αυτή η εικόνα δεν έχει κυριαρχήσει. Όλοι θεωρούμε ότι η Γη είναι τεράστια, «άπειρη για τις αισθήσεις μας». Όμως ο κόσμος δεν είναι τόσο μεγάλος όσο διαισθητικά νομίζουμε -ο χώρος μπορεί να είναι τόσο μικρός όσο ο χρόνος. Για παράδειγμα, το μέσο αυτοκίνητο στην Αμερική διανύει κατά μέσο όρο 10.000 μίλια το χρόνο και εκλύει στην ατμόσφαιρα το βάρος του σε διοξείδιο του άνθρακα. Αν φανταστούμε κάθε όχημα σε έναν πολυσύχναστο αυτοκινητόδρομο να εκλύει ένα τόνο άνθρακα τότε ο ουρανός δεν είναι τόσο γαλανός.

Μαζί με την αισιόδοξη αντίληψή μας για τον χρόνο και τον χώρο, μερικές ακόμα παρανοήσεις διαστρεβλώνουν την αίσθηση που έχουμε για τον κόσμο. Εμείς οι Αμερικανοί, για παράδειγμα, δεν έχουμε καταφέρει να υιοθετήσουμε το μετρικό σύστημα. Θυμάμαι τους δασκάλους στο σχολείο να εξηγούν τα λίτρα, τα μέτρα, τα εκτάρια και τις άλλες λογικές μονάδες μέτρησης, αλλά αμέσως μετά τα ξέχασα. Όλοι τα ξεχάσαμε, εκτός από τους επιστήμονες που τα χρησιμοποιούν συνεχώς. Συνεπώς, διαβάζοντας ότι η θερμοκρασία θα αυξηθεί κατά 0.8 βαθμούς Κελσίου δεν ανησυχώ τόσο όσο εάν μου έλεγαν ότι θα ανεβεί 33 βαθμούς Φαρενάιτ. Αντιστοίχως, η άνοδος της στάθμης της θάλασσας κατά 90 εκατοστά ακούγεται σε μας τους Αμερικανούς λιγότερο απειλητική από τη μία γιάρδα -πόσο μάλλον εάν συλλογιστούμε ότι για μια παραλία με μια φυσιολογική, μικρή κλήση αυτό σημαίνει ότι η θάλασσα θα εισχωρήσει 90 μέτρα (δηλαδή 295 πόδια) στην ξηρά. Κατά παρόμοιο τρόπο, η λογαριθμική κλίμακα που χρησιμοποιούμε  για να καθορίσουμε τον βαθμό οξύτητας ή αλκαλικότητας του εδάφους και του νερού -το pH- διαστρεβλώνει την πραγματικότητα για όποιον δεν την χρησιμοποιεί σε καθημερινή βάση. Το νερό της βροχής έχει pH 5,6, αλλά το νερό της όξινης βροχής που πέφτει στο Μπακ Χιλ, κοντά στο σπίτι μου, έχει pH 4,6 – 4,2, δηλαδή έχει 10 έως 14 φορές μεγαλύτερη οξύτητα από το φυσιολογικό.

Η καθησυχαστική αντίληψη που έχουμε ότι ο φυσικός μας κόσμος είναι σταθερός και αδιατάρακτος -η πεποίθησή μας ότι θα μεταβληθεί σταδιακά και αδιόρατα, ή και καθόλου- είναι το αποτέλεσμα μιας διαστρεβλωμένης θεώρησης. Αλλαγές στον κόσμο που ζούμε οι οποίες μπορούν να μας επηρεάσουν είναι πιθανό να συμβούν στη διάρκεια της ζωής μας – αλλαγές όχι απλώς όπως οι πόλεμοι αλλά μεγαλύτερες και πιο σαρωτικές. Εάν δεν το συνειδητοποιήσουμε, θα έχουμε ήδη διαβεί το κατώφλι μιας τέτοιας μεταβολής. Πιστεύω ότι βρισκόμαστε στο τέλος της Φύσης.

Δεν εννοώ το τέλος του Κόσμου. Η βροχή θα εξακολουθήσει να πέφτει και ο ήλιος θα συνεχίσει να λάμπει. Λέγοντας «Φύση» εννοώ ένα συγκεκριμένο πλέγμα ανθρώπινων ιδεών σχετικά με τον κόσμο και τη θέση μας εντός του. Όμως ο θάνατος αυτών των ιδεών ξεκινά με απτές αλλαγές στην πραγματικότητα γύρω μας, μεταβολές μετρήσιμες. Όλο και πιο συχνά αυτές οι αλλαγές θα συγκρούονται με τις αντιλήψεις μας, μέχρι που η πεποίθησή μας ότι η φύση είναι αιώνια και ότι λειτουργεί ανεξάρτητα από μας θα καταρρεύσει και θα δούμε καθαρά τι έχουμε κάνει.

———————–

Ο Bill McKibben είναι Αμερικανός περιβαλλοντολόγος, συγγραφέας και δημοσιογράφος που ασχολείται συστηματικά με τις επιπτώσεις της κλιματικής αλλαγής. Είναι κάτοχος του τίτλου Schumann Distinguished Scholar στο Κολέγιο Middlebury και επικεφαλής της πρωτοβουλίας 350.org για το κλίμα.